Πέρασα στις 20 Ιουλίου του 1946 από το Εμπεσό. Ήταν ένα πολύ καφτερό καταμεσήμερο. Ο ήλιος δεν έκαιγε απλά, αλλά, κυριολεκτικά, από ψηλά έψηνε μέχρι και « καρβέλι ». Ειδικά εκεί στην πολυκάγκελη ανηφόρα προς τον Ανάερο του Σακαρετσιού, στον αυχένα της ιστορικής Καλάνας, καιγόταν ο τόπος. Μ΄ είχε φέρει εκεί ο δρόμος από την Αμφιλοχία προς το Παλαιοκάτουνο της Ευρυτανίας.
Τότε, ανεβαίνοντας κανείς από το Λουτρό προς τη Καλάνα, έβρισκε νεράκι του Θεού μόνο στ΄ «Ανάποδο νερό». Μόνο εκεί υπήρχε δροσιά, ανάσα και ξεκούραση. Μόνο εκεί μπορούσαν ν΄ αναλάβουν οι σωματικές δυνάμεις του καταϊδρωμένου στρατοκόπου για ν΄ αντέξει τη βραχοστρωμένη ανηφόρα με τ΄ αμέτρητα καγκέλια. Και δε λέω ν΄ ανεβεί τον Ανάερο, για το Σακαρέτσι, διότι για κει χρειάζονταν γερά κότσια! Αλλά μέχρι τον αυχένα της Καλάνας και να γείρει προς τη Μηλιά κι από κει να κατέβει στον Αχελώο για να πάρει μετά άλλη ανάβαση – θέλοντας και μη – υπομένοντας στη συνέχεια την πεζοπορία, όσο άντεχαν τα ποδάρια του, προς τον τόπο του προορισμού του.
Φαίνεται – και κάνουμε μια παρένθεση εδώ ! – πώς εκείνος ο αυχένας ήταν παλιά στράτα του ….πολυσέβαστου ποταμού Αχελώου, ο οποίος – πριν από κάποιες χιλιάδες ή και εκατομμύρια χρόνια, πού να θυμάμαι κι εγώ! – μάλλον κάπου τα χάλασε, ύστερα από πολύχρονη, στενή και σε θερμό κλίμα …συνεργασία με το γέρο Ίναχο και τον εγκατέλειψε ακολουθώντας άλλο δρόμο, δια μέσου του Παναιτωλικού από τα γνωστά μας Κρεμαστά, γνωρίζοντας πως εκείνα τα εδάφη – μεταξύ Παναιτωλικού και Ανδρώνη – ήσαν πιο ευκολοσάρωτα. Άρα πιο ευκολοκυρίευτα. Όμως αφορμή και αιτία ήταν μάλλον η σθεναρή αντίσταση της Καλάνας που την κατέσκαψε μεν εκεί , αλλά ταυτόχρονα έσπασε και τα μούτρα του και, από …εγωισμό, δεν ήθελε να γίνεται συζήτηση. Ίσως να συνετέλεσε και το γεγονός ότι ο ΄Ιναχος ήταν λίαν φιλάνθρωπος, γιατί, όπου διάβαινε, άνοιγε καρπερά χωράφια να καλλιεργεί ο κόσμος καλαμπόκι και σιτάρι, εν αντιθέσει με τον Αχελώο που σκορπούσε στο διάβα του μόνο ασπρολίθαρα και ανεπιθύμητες άγονες βουνοπλαγιές. Επίσης ο Ίναχος άφηνε πού και πού και λίγο νεράκι να πίνουν τα γιδοπρόβατα, να ξεδιψούν οι χωριάτες, να ποτίζονται τα χωράφια και να προκόβουν οι κολοκυθιές και τα φασόλια. Ενώ εκείνος ο τσιφούτης ο Αχελώος, δεν έδινε νερό ¨ούτε στ΄ άντερά του¨!. Ειδικά, εκεί στον ορεινό Βάλτο, ούτε σταλαγματιά νερό. Κάθε τρεις μέρες κατέβαιναν οι σακαρετσιάνοι στα τρίσβαθα της στράτας, αυτού του τσιγκούναρου, με τα κοπάδια τους και με τις βαρέλες τους να βρέξουν τα λαρύγγια τους, να πλύνουν ρούχα, τσαντήλες και καρδάρες και να ικανοποιήσουν τις σπιτικές τους ανάγκες σε νερό. Και – για να βγάλω κι εγώ το άχτι μου! – θα το πω, γιατί αν δεν το πω, θα σκάσω: η μακαρίτσα η μάνα μου, εκεί στο Αυλάκι, επί τέσσερα συναπτά χρόνια (1931 – 34), δεν αξιώθηκε να πλύνει από νερό του Αχελώου ούτε τσουράπι, ούτε βρακί… . Απ΄ αυτόν πήρε παράδειγμα κι εκείνη η σουσουράδα η Μαρδάχα και δεν άφησε ούτε τοματούλας ριζούλα να σβήσει τη δίψα της εκεί στα ευρυτανικά τόπια. Μόνο τα ζώα και άνθρωποι ό,τι ήπιαν από κείνη. Και από τον Αχελώο ό,τι στα κλεφτά και στα μουλωχτά άρπαξαν τα τρικλινιώτικα και τα αλευραδιώτικα σπαρτά… Όσο για μαντάνι και μυλόπετρα δε δούλεψε από κείνον ούτε δευτερόλεπτο…
Ίσως για αυτούς τους λόγους και οι Θεοί τότε – ύστερα από θερμές παρακλήσεις και παράπονα του Ινάχου για την άπονη εγκατάλειψη – τον ξεγέλασαν και τον έβαλαν να γκρεμοτσακίζεται εκεί ανάμεσα Βάλτο και Βελαώρα και αργότερα στα Κρεμαστά, μέχρι που κάποιοι δικοί μας του έστησαν ένα γερό φράκτη και τον ανάγκασαν, σαν άλλο Ιορδάνη !, να τα μαζέψει και να γυρίσει προς τα οπίσω ! Κι εκείνος εγκλωβισμένος σαν αγρίμι και από εκδίκηση, ξέσπασε στη γαλανομάτα και σιγανοπαπαδιά, τη Μαρδάχα. Εκείνη ανήμπορη ν΄ αντιδράσει στην οργή του, δέχτηκε και την άρπαξε από το μαλλί και τη βούλιαξε μια και καλή μέσα στο βυθό της λίμνης να θρηνεί και να οδύρεται χωρίς τέλος. Αλλά παρ΄ όλα αυτά τα ταπεινωτικά για τον Αχελώο έγινε τούτο. Αργότερα, δυνάμει της ΔΕΗ, μπήκαν πού και πού, «στα τσιφλίκια του», σωλήνες για να ρουφάνε από τη γιγάντια κύστη του άνθρωποι και ζώα όσο νεράκι θέλουν, χωρίς να τον ρωτάνε και να μην το κουβαλάει εκείνος όλο για το Ιόνιο Πέλαγος, λες και είχε να κάνει σύμβαση αιώνιας παραχώρησης σ΄ εκείνον τον αχόρταγο, μέχρι και το τελευταίο γραμμάριο νερού και ας έμειναν χωρίς νεράκι κι ας στέγνωναν χωριά και ψυχές πάνω εκεί στα βαλτινά και ευρυτανικά βελαέτια του – δεξιά και αριστερά του.
Ειδικά «στο ανάποδο νερό», εμείς οι από τα επάνω χωριά χρωστάμε πολλά και δεν μας επιτρέπεται να ξεχνούμε. Ήταν μια θαυμαστή και αρκετά περίεργη πηγή, που παρείχε ίσαμε μια καλή βρύση νερού. Θα έλεγα πως έβγαινε σε σημείο κορυφογραμμής μικρού εδαφικού εξογκώματος. Μια μικρή «γούρνα» ήταν. Αλλά όμως έλαμπε από καθαριότητα και καθαρότητα. Το νερό της δροσερότατο και βουνήσιο, κρυστάλλινο και διαυγέστατο. Δεν είχε χώματα η «γούρνα» μέσα, αλλά λίγα λαμπερά χαλίκια μεταφερμένα εκεί από το παρακείμενο βουνό. Όμως για να πιει νερό ο επισκέπτης έπρεπε να γονατίσει καλά πλάι της ή να ΄χει κύπελλο ή ποτήρι. Διαφορετικά, ούτε σταλαματιά νερό. Και κοντά στη «γούρνα» ήταν ένας σε σχήμα ομπρέλας, με πυκνά φύλλα και κλαδιά, νεαρός μεν, αλλά πολύ εξυπηρετικός πλάτανος. Φαίνεται ότι εκείνος ο ευτυχής έπινε όσο νεράκι ήθελε η καρδούλα του από την πηγή. Ο ίσκιος του ήταν αληθινή ευλογία Θεού για τον διαβάτη, ύστερα μάλιστα από μακρινή, απερίγραπτα κοπιαστική και πολύωρη πεζοπορία, μ΄ αφόρητο μούσκεμα από τον ιδρώτα, κάτω από το βασανιστικό καλοκαιριάτικο ήλιο. Ο ταλαίπωρος πεζοπόρος, συνήθως μ΄ ένα γερό βάσταμα στην πλάτη, έβρισκε εκεί μια ζωογόνο όαση, μια παραδεισένια ανάπαυση, αλλά και μια βέβαιη ελπίδα για δυνατότητα συνέχειας της πορείας του. Εκεί έπινε, νιβόταν, μούσκευε το μπομποτίσιο ξεροκόμματο για να μπορέσει να γλιστρήσει στον οισοφάγο του και να μη σφίξει κάπου μεσοστρατίς προς τον ανυπόμονο κενό στόμαχόν του. Πετούσε από πάνω του κάμποση ζέστη, ξάπλωνε καμιά ώρα πάνω στο χώμα και μετά έπαιρνε τον ολόρθο ανήφορο…
Αλλά γιατί «ανάποδο νερό»; Φυσιολογικά, έπρεπε το νερό να γέρνει προς το ποτάμι, προς τον Ίναχο. Αλλά, φαίνεται πως κι εδώ ο Αχελώος – πως αλλιώς να το πει κανείς, μάλλον από φθόνο! – έβαλε το δακτυλάκι του. Προφανώς κάποια παραμόρφωση του εδάφους, που ήταν σκληρό και βραχώδες, ανάγκασε το νερό να κινείται προς τη Καλάνα, που είχε μια μικρή κατωφέρεια. Για αυτό κι εκείνο το κακόμοιρο διάλεξε δρόμο προς τα εκεί. Αλλά η Καλάνα, μετά από λίγα μέτρα, υπερύψωνε αυστηρώς απαγορευτικό σήμα!. Κι, έτσι λίμναζε λίγο και μετά χανόταν κάτω από τ΄ ανεξερεύνητα υπόγεια δώματα κι τ΄ ατελείωτα βάραθρα της Καλάνας.
Παράξενη όμως και η εμφάνισή του εκεί κάτω από το νεαρό πλάτανο.
Και η μόνη εξήγηση, όπως την άκουσα εγώ, είναι τούτη: Η αρχική πηγή του νερού ήταν ψηλά, προς το παλιό χωριό. Ωστόσο κάποτε, προ αμνημονεύτων χρόνων, διοχετεύτηκε με πήλινες σωλήνες και μεταφέρθηκε στην πλαγιά της Καλάνας, που, όπως φαίνεται – αν δεν κάνω λάθος – υπάρχουν κατάλοιπα πανάρχαιου κάστρου. Αλλά από κάποια εδαφολογική μεταβολή και αιτία ο αγωγός ‘εσπασε εκεί και βγήκα το «ανάποδο νερό».
Εγώ ευεργετήθηκα από το νερό αυτό, γι΄ αυτό και πολλές φορές θέλησα να το επισκεφτώ να «του εκφράσω τις ευχαριστίες μου»!. Και η μεγάλη στιγμή ήρθε πριν από 12 περίπου χρόνια. Πήγα εκεί, αλλά, για μεγάλη μου έκπληξη «ουχ ευρέθη ο τόπος ». Έψαχνα για νερό, αλλά ούτε ανάποδο ούτε …ίσιο!
Τι συνέβηκε; Στο χώρο εκεί γύρω ιδρύθηκε το νέο χωριό και εκεί ήρθαν τα επάνω κάτω. Ούτε νερό ούτε πλάτανος! Και τελικά, κάποιος εμπεσιώτης μου έδειξε σ΄ ανύποπτο χώρο και σε βάθος περίπου ενός μέτρου μια μεγάλη «γούρνα», με στάσιμο νερό, σε κατάσταση όχι και τόσο καλή και μάλιστα, αν δεν εκτίμησα λάθος, αρκετά επικίνδυνη. Εκεί, μου είπε, πως ήταν το άλλοτε περίφημο και ευεργετικό «ανάποδο νερό». Ήταν, δεν ήταν, δεν ξέρω… Ειλικρινά, πολύ λυπήθηκα. Δεν του ταίριαζε τέτοιο «κατάντημα» στις δεκαετίες που ζούμε.
Ωστόσο, σαν ξένος και αρκετά άγνωστος σ΄ εκείνο το χωριό, ταπεινά θα πω τα εξής: Έστω και τώρα, τεχνικά μέσα υπάρχουν αρκετά, μήπως υπάρχει δυνατότητα να ελευθερωθεί λίγο ο χώρος και ν΄ αξιοποιηθεί και πάλι εκείνη η παλιά πηγή και να ξαναβρεί τη δόξα της;
Ας το ελπίσουμε.
Παύλος Β. Νταλλής
Νικηφόρου Ουρανού 7
11471 Αθήνα
