Το πανηγύρι του Αη Θωμά
του Χρήστου Σακαρίκα
Μου είχαν μιλήσει για το πανηγύρι του Αη Θωμά, στο Εμπεσό, αλλά το θεώρησα σαν ένα από τα γνωστά ξεπεσμένα πανηγύρια, που δεν έχουν να δείξουν σχεδόν τίποτα από τα πατροπαράδοτα έθιμα και την παράδοση. Για εμένα πανηγύρι, είναι η γιορταστική έκφραση σεβασμού και τιμής στον άγιο Εκείνη των παλιών καιρών που χάθηκε, ανάμεσα στα καφάσια με τις μπύρες. Οι Έλληνες τα αρχαία χρόνια τιμούσαν τους θεούς τους, σε κάθε ναό που έχτιζαν ειδικά για αυτούς και λίγο αργότερα ο Χριστιανισμός, πολύ σοφά το υιοθέτησε και το συνέχισε τιμώντας τους αγίους του. Η παράδοση του Έλληνα που τιμά με γιορτές και αγώνες στα ιερά του είναι πανάρχαιη. Μόνο που στις μέρες μας, τώρα που όλα είναι ρηχά, τώρα ξέπεσαν κι αυτά. Τώρα είναι που χάνουμε τις ρίζες μας! Πέρυσι δεν κατάφερα να πάω, αλλά σα μου επεσήμαναν οι φίλοι πως δεν με είδαν εκεί, εφέτος το έβαλα στο πρόγραμμα. Θα πήγαινα οπωσδήποτε στο πανηγύρι του Αη Θωμά. Στο δρόμο πηγαίνοντας, αναρωτιόμουν πως είναι δυνατόν ο Θωμάς, μαθητής του Ιησού που ήθελε επιβεβαίωση για να τον πιστέψει, πως λοιπόν μπόρεσε να εδραιωθεί τόσο βαθειά στη συνείδηση των συμπατριωτών μου των Εμπεσιωτών; Θα μοιραστώ μαζί σας τις εμπειρίες μου από το πανηγύρι του Άη Θωμά. Ρώτησα και μου είπαν να στρίψω αριστερά προς το παλιό χωριό. Σαν ξεπέρασα τις λίγες ανηφορικές στροφές στον στενό, αλλά ασφάλτινο δρόμο, έριξα μια ματιά στο νέο χωριό. Κάπως η καρδιά μου έσφιξε. Είδα στο επίπεδο σπιτάκια παρατεταγμένα με κλασική στρατιωτική οργάνωση. Αν και άνθρωπος της οργάνωσης εγώ, κάτι μου έλειπε από την εικόνα του νέου χωριού. Έλειπε το βουνό! Μεγαλωμένος στα βουνά βλέπετε, δεν τον μπορώ τον κάμπο. Ούτε το όμοιο σχέδιο που επαναλαμβάνεται το μπορώ. Θέλω το βουνίσιο χωριό πάνω στο βουνό, θέλω την πέτρα να κυριαρχεί, θέλω την επιμελημένα άτακτη δόμηση των ορεινών χωριών μας και την ποικιλία. Κάθε σπιτάκι νάχει το σχήμα και το «χρώμα» του, να αναδεικνύει την ιστορία των κτητόρων του. Θέλω νάχει από κάθε μπαλκονάκι, κάθε λώντζα και κάθε παράθυρο άνοιγμα του βλέμματος στην απεραντοσύνη των βουνών μας. Θέλω να βλέπω, χωρίς εμπόδιο. Στα χωριά του άνω Βάλτου, εκεί που έγινε η μετακίνηση την περίοδο των σεισμών όλα τα παραπάνω χάθηκαν. Και ίσως πρέπει να αναζητήσουμε τρόπο για να τα ξαναβρούμε. Ίσως, οι νέοι μας που θα ξαναγυρίσουν, να επισκευάσουν τα παλιά σπίτια σε κάθε παλιό χωριό. Ίσως ξαναδώσουν το παλιό χρώμα. Αυτό το χρώμα του παραδοσιακού σπιτιού που μας έλειψε. Τα παλιά χωριά μας τα έχτισαν οι πρόγονοί μας με οδηγό τη λαϊκή σοφία. Εκεί κράτησαν τον Ελληνισμό για εκατοντάδες χρόνια. Εκεί ρίζωσε η παράδοση και εξακολουθεί να ζει αδερφωμένη με την Ιστορία. Εκεί διάλεγαν τον τόπο να είναι προσήλιος για να τους ζεσταίνει το χειμώνα, να είναι ξηρός τους Χειμώνες και δροσερός τα Καλοκαιρία, να έχει ορίζοντα για αγνάντεμα και προειδοποίηση για προστασία. Να έχει πηγές με γάργαρο νερό. Να είναι φυσικό οχυρό για τον εχθρό. Το επίπεδο έδαφος που συνήθως ήταν υγρό αλλά γόνιμο το έσπερναν για να έχουν αυτονομία από καρπούς. Με αυτές τις σκέψεις συνέχιζα μέχρι να συναντήσω τον τόπο που αναζητούσα. Το παλιό χωριό του Εμπεσού! Τόπος ορεινός, όπως ταιριάζει στα ορεινά χωριά μας. Λίγα σπίτια, κυρίως χτισμένα με πέτρα ντόπια και γύρω τους δένδρα. Λίγο παραπέρα η εκκλησία του Αη Θωμά και δίπλα της ο βράχος αγνάντιο – παρατηρητήριο των παλικαριών του οπλαρχηγού Σταθά. Λίγο παρακάτω ένα ήσυχο κοιμητήριο. Όλα έδειχνα λιτά, απέριττα αλλά πανέμορφα μέσα στην απλότητά τους. Ένοιωσα να πατάω σε χώματα που κράτησαν τον Ελληνισμό! Εγώ, που δεν είμαι και πολύ της εκκλησίας, (κυρίως επειδή έχω πολλά να κάνω και ο πανάγαθος μου έδωσε χρόνο περιορισμένο σε αυτό το πέρασμα από τον πλανήτη γη) μπαίνω στην εκκλησία να ανάψω κερί και μετά από λίγο φεύγω. Αλλά στον Αη Θωμά έκατσα μέχρι το τέλος της λειτουργίας γιατί εκεί μέσα ένοιωθα οικεία και πολύ όμορφα. Ο Μητροπολίτης του τόπου μας και 5-6 ιερείς λειτούργησαν με πολύ σεμνότητα και γαλήνη.

Ύστερα βγήκαν στο προαύλιο, ευλόγησαν τους άρτους, τους τεμάχισαν σε αντίδωρο και τους μοίρασαν στους πιστούς. Όλοι τους πήραν. Όλοι ήθελαν να είναι συμμέτοχοι, όχι παρατηρητές. Όλοι γεύτηκαν το αντίδωρο.


Κατόπιν βρεθήκαμε κάτω από τη μεγάλη τέντα. Μια τέντα που δεν είχε τίποτα άκομψο και καθίσαμε σε κάποιο από τα τραπέζια.

Σε καθένα από αυτά υπήρχε τουλάχιστον ένα βάζο και μέσα του φρέσκα ανοιξιάτικα τριαντάφυλλα. Έριξα γύρω μου το βλέμμα και είδα οικογένειες, γονείς με μωρά μηνών στην αγκαλιά και ηλικιωμένους που κόντευαν τα εκατό. Όλοι ήταν εκεί. Όλοι πήραν τη θέση τους και άρχισε το σερβίρισμα από το μελίσσι των ανθρώπων που οργάνωσαν τη γιορτή. Ο άνθρωποι λειτούργησαν τόσο πολιτισμένα και τόσο συντονισμένα που θα τους ζήλευαν τα μεγάλα ξενοδοχειακά συγκροτήματα. Μόνο στις χώρες του βορά της Ευρώπης συναντάς τέτοια πειθαρχία λαού. Οι Εμπεσιώτες την έδειξαν. Και πώς να μην είσαι ευχαριστημένος όταν τοποθετούν μπροστά σου τα κομμάτια της μυρωδάτης ντόπιας πίτας. Δοκίμασα ένα με δισταγμό, αλλά το βρήκα εξαίσιο και επανέλαβα τη δοκιμή κάμποσες φορές.

Ύστερα δοκίμασα το τοπικό γαλακτοκομικό έδεσμα, την τσιαλαφούτη. Αφού να φανταστείτε, τη βουλιμία μου ζήλεψε το μανίκι και το πέτο του σακακιού μου, αλλά χαλάλι της. Αυτή η υπόξινη πιπεράτη γεύση στον ουρανίσκο λέει πολλά σε όσους από εμάς μεγαλώσαμε στο βουνό. Παρατήρησα τα παιδιά του χορευτικού. Κορίτσια και αγόρια του γυμνασίου και του λυκείου. Χόρεψαν φορώντας τις παραδοσιακές στολές. Σεμνά σοβαρά και ανεπιτήδευτα. Απλά χόρεψαν τους χορούς μας κάτω από τους ήχους και τα τραγούδια του λαϊκού συγκροτήματος.

Πολύ καλό το συγκρότημα, με τα κλαρίνα και τα βιολιά, πολύ καλή η τραγουδίστριά του. Αν είχαν και την ένταση λίγο χαμηλότερη, τότε θα ήταν ακόμη καλύτερα. «Που βρέθηκαν τόσες πίτες;», ρώτησα. «Α!, δεν ξέρεις. Εμείς κρατάμε τα παλιά. Κρατάμε τη συμμετοχή. Κρατάμε την προσφορά. Τα κρατάμε ακόμα και ελπίζουμε να τα συνεχίσουν τα παιδιά μας. Εμείς πάντως δεν θα τα εγκαταλείψουμε όσο ζούμε. Δεν θα τα εγκαταλείψουμε, γιατί για εμάς η εγκατάλειψη της παράδοσης είναι εγκατάλειψη της ρίζας μας, του δεσμού που μας ενώνει με τον τόπο μας. Ξέρεις, ογδόντα, ναι ογδόντα νοικοκυρές, έσυραν φύλλο στον πλάστη για να φτιάξουν τις πίτες του Αη Θωμά. Τα αρνιά και τα κατσίκια είναι επίσης προσφορά των βοσκών μας!»
Κοίταξα ξανά τα τραπέζια, έτσι ως σύνολο. Ήταν γεμάτα πίτες, σαλάτες με φέτα τσιαλαφούτη και ψητό κρέας. Όλα όμορφα και με πολιτισμένο σερβίρισμα.
«Πόσον κόσμο λογαριάζετε;», ρώτησα έναν από τους οργανωτές. «Κοίτα, κάτω από την τέντα έχουμε 900 καθίσματα!» Ξανακοίταξα και σχεδόν δεν έβλεπα κάθισμα αδειανό. Άσε που κάποιες παρέες ήταν όρθιες εδώ κι εκεί κουβεντιάζοντας. Ανοίγοντας το βλέμμα έβλεπες την κοιλάδα και απέναντι τον παλιό Σταθά πνιγμένο μέσα στο πράσινο. Λίγο αριστερότερα, στη μέρη του μυτερού βουνού, η πίστα αιωροπτέρησης, εκεί που έγιναν οι πανελλήνιοι αγώνες τις προηγούμενες μέρες. Στην πίστα άναψε το γλέντι και η νεολαία, πολλή νεολαία, χόρευε. Αλλά χόρευε τους χορούς του τόπου και από ότι έδειχνε το απολάμβανε.
Είναι όμορφο να βλέπεις τους νέους μας, το μέλλον αυτού του τόπου, να απαρνείται τα ξενόφερτα σκουπίδια και να γυρνάει πίσω στην παράδοση.

Χόρευαν εκεί, στον ίδιο τόπο, εκεί που παλιότερες εποχές τα παλικάρια του Σταθά κι άλλων οπλαρχηγών έσερναν παρέα με τις νιές, το χορό που τους έδινε κουράγιο να αντισταθούν στον Τούρκο κατακτητή. Εκεί στον ίδιο τόπο σήμερα τα παλικάρια κι οι νιές μας έσερναν χορό ανάλογο. Σε συνθήκες ανάλογες. Γιατί σήμερα τον κατακτητή τον λένε απληστία, ανεντιμότητα, διαφθορά, υποταγή, φτώχεια. Γιατί σήμερα και αυτός ο κατακτητής σκοτώνει ανθρώπους και κάνει παιδιά να πεινούν. Γιατί και σήμερα χρειάζεται χορός λεβέντικος, ότι καλύτερο έχουμε στη φυλή μας, αφού ο χορός είναι το μέσο να εκφράζεται η ψυχή μέσα από το λίκνισμα του σώματος. Και να βγάζει σεμνό ερωτικό κάλεσμα αυτό το λίκνισμα του κοριτσίστικου κορμιού. Ένα κάλεσμα απόλυτα συμβατό με την ανθρώπινη φύση. Χορός που σέρνει η νια και κάνει να ραγίζουν οι καρδιές των παλικαριών. Χορός που αφήνει την ψυχή να εκφραστεί! Φεύγοντας διάλεξα τη διαδρομή από τον παλιό Σταθά. Πάντα μου άρεσε η διαδρομή μέσα από την πυκνή καταπράσινη φυλλωσιά, εκεί που αγγίζεις τα φύλλα της φτέρης όταν γέρνουν προς το δρόμο. Τότε ήρθε στο νου μου ο διάλογος που είχα πριν λίγο στο απέναντι βουνό. Εκεί στην εκκλησία του Αη Θωμά, που κτήτοράς της ήταν ο οπλαρχηγός Σταθάς το 1700. «Τι πρέπει να πληρώσω;» «Τίποτα, όλα είναι προσφορά των χωριανών!» Ογδόντα νοικοκυρές έφτιαξαν πίτες, το έδεσμα του τόπου μας και τις πρόσφεραν στη διατήρηση του πολιτισμού, στον Άγιο και στην παράδοση. Το έκαναν από το υστέρημα των οικονομικών τους και το περίσσευμα της αγάπης και της ευθύνης απέναντι στον τόπο. Απέναντι στη θρησκεία και τη διατήρηση του εθίμου. Όπως το έκαναν παλιά οι μανάδες τους και οι μανάδες των μανάδων τους. Αλλά το έκαναν σε μέρες δίσεκτες και αυτό μετράει διπλά. Πολλοί, δεν ξέρω πόσοι βοσκοί, πρόσφεραν τα αρνιά και τα κατσίκια τους για να ταΐσουν 900 και πάνω στόματα και να περισσέψει κιόλας. Το έκαναν κι αυτοί από το υστέρημά τους. Το ίδιο έκαναν για χρόνια πολλά οι πρόγονοί τους. Ήταν τιμή να δώσεις για τον Άγιο. Να δώσεις για την πίστη σου. Και πάντα έδιναν από το υστέρημά τους. Ήταν αυτές οι προσφορές που τάισαν κλεφτόπουλα, αρμάτωσαν στρατούς, έχτισαν εκκλησιές. Αλλά κυρίως έχτισαν σχολεία για να ξαναμάθουμε την ιστορία μας, να διδαχτούμε σωστά τη γλώσσα μας, να ξαναβρούμε το χαμένο μας πολιτισμό, να κρατήσουμε τα ιερά μας. Κάποτε η συμμετοχή ήταν χαρά, ήταν τιμή. Και οι άνθρωποι των βουνών μας το κρατάνε ακόμη. Να δίδαγμα τρανό για τα παιδιά μας! Μεγαλώνοντας, μπορώ να διακρίνω ευκρινέστερα τις αξίες που κάποτε φάνταζαν θολές. Η αξία είναι κρυμμένη μέσα στην άδολη απλότητα. Και μπορεί να αποκαλυφτεί μια μέρα του Μάη σε μια κακοτράχαλη πλαγιά, εκεί που βρίσκεται ένα παλιό χωριό, μια εκκλησία που σε κάνει να νοιώσεις σεβασμό και ένας βράχος που πάνω του φύλαγαν καραούλι τα κλεφτόπουλα.

